Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2016

Κώστας Οὐράνης

Πρωΐ στὸ Ἅγιον Ὄρος

Ἀπὸ τὸ: «Ταξίδια: Ἑλλάδα» ἔκδ. Ἑστία, 1949.


Πρωΐ στὸ Ἅγιον Ὄρος. Θεῖο ἀνοιξιάτικο πρωΐ!...
Ἡ νυχτερινὴ ὑπνοβατικὴ καὶ μυστηριώδης ἀτμόσφαιρα τῆς μονῆς τῆς Λαύρας ἔχει διαλυθεῖ σὰν καταχνιά. Ὅλα εἶναι φῶς, εἰρήνη καὶ καλωσύνη. Ἀκύμαντο, κατάχρυσο κι ἀτέρμονο, κάτω ἀπ’ τὰ πόδια μας, τὸ Αἰγαῖο. Καταπράσινες, γελαστὲς καὶ κατάστικτες ἀγριολούλουδα οἱ πλαγιές. Βαθὺς καὶ καταγάλανος ὁ οὐρανός. Κανεὶς ἦχος ζωῆς δὲν ταράζει τὴ μαγεμένη σιγή. Δὲν ἀκούεται ἐδῶ οὔτε τρουγκάνι προβάτου, οὔτε κὰν ἡ διάτορη κραυγὴ τοῦ πετεινοῦ. Ἡ γαλήνη ἔχει κάτι τὸ ἐξώκοσμο. Ὁ γλυκὸς πρωϊνὸς ἀέρας δὲ φέρνει ὡς τὸν πανοπτικὸ ἐξώστη τοῦ ξενῶνα μας παρὰ ἀρώματα μόνο...΄

Ποτισμένο φῶς, τὸ μεγάλο αἰωνόβιο μοναστήρι προσθέτει στὴ γενικὴ εἰρήνη καὶ τὴ δική του. Οἱ περισσότεροι μοναχοί, κουρασμένοι ἀπὸ τὴν ὁλονυχτία στὴν ἐκκλησία, θὰ κοιμοῦνται ἀκόμα. Δυό-τρεῖς μόνο μαῦρες σιλουέτες, ἀκίνητες σὰν κουρνιασμένα κοράκια στὰ ξύλινα μπαλκόνια τους, τὰ κρεμασμένα ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη τῆς μονῆς, κοιτᾶν τὸ φωτεινὸ ὄνειρο τοῦ πελάγου.

Φῶς καὶ εἰρήνη. Ἡ ἀπέραντη ἐσωτερικὴ αὐλή τῆς μονῆς εἶναι ἐντελῶς ἔρημη. Ἔρημη σὰν τὴν ἔρημο. Οἱ πλάκες της γυαλίζουν στὸν ἥλιο, κι ἀνάμεσά τους ἔχουν φυτρώσει χορτάρια. Δὲ βλέπει κανεὶς οὔτε μιὰ γάτα νὰ τεντώνεται ρᾴθυμα μέσα στὸ φῶς, οὔτε ἕνα πουλὶ ποὺ νὰ σπαθίζει τὸ φῶς μὲ τὸ γοργό του ἴσκιο. Στὸ κέντρο τῆς αὐλῆς, ἡ μικρὴ βυζαντινὴ ἐκκλησία μὲ τοὺς κατακόκκινους τοίχους καὶ τοὺς μολυβένιους τρούλους εἶναι κλειστὴ καὶ κοιμισμένη. Στὴ Φιάλη –τὸ μικρὸ ὀκτάγωνο κτίσμα μὲ τοὺς λευκοὺς κίονες καὶ τὴ μαρμάρινη στὴ μέση δεξαμενή, ὅπου ἁγιάζονται τὰ νερὰ τῶν Ἐπιφανίων- δὲν ἀκούγεται ὁ παραμικρότερος ψίθυρος τρεχούμενου νεροῦ. Ἀκίνητες κ’ οἱ κορφὲς τῶν δύο πανύψηλων κυπαρισσιῶν ποὺ φύτεψε, πρὶν χίλια χρόνια, ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος, ὁ ἱδρυτὴς τῆς μονῆς.

Καὶ ὅμως, καμιὰ μελαγχολία σ' αὐτὴ τὴν ἀταραξία τῶν πάντων. Στὶς μολυβένιες σκεπὲς τῶν γέρικων ἐξαρτημάτων τῆς μονῆς ὁ καιρὸς ἔχει ἐναποθέσει κατάχρυση πατίνα• τὰ σαθρὰ ξύλινα μπαλκόνια τῶν κελλιῶν, ποὺ στηρίζονται μὲ πατάρια στὰ τείχη καὶ φαντάζουν σὰν περιστεριῶνες, ἔχουν γλάστρες μὲ λουλούδια καὶ πράσινα φεστόνια κληματαριᾶς• ἀπ' τὴν ταράτσα τοῦ ξενῶνα κρέμονται τὰ διακοσμητικὰ μὼβ τσαμπιὰ τῶν σαλκιμιῶν• οἱ μισοσβησμένες βυζαντινὲς τοιχογραφίες στὴν πρόσοψη τῆς ἀρχαίας Τράπεζας, ὅπου συνέτρωγαν, ἄλλους αἰῶνες, οἱ μοναχοί, συνθέτουν μπουκέτα ζωηρῶν πρόσχαρων χρωμάτων. Τίποτα δὲν ἀναδίνει τὴ θλίψη ἐκείνη ἀπ' τὰ γέρικα πράματα ποὺ τὰ ἀποσυνθέτει ὅλο καὶ περισσότερο ὁ καιρός. Κι αὐτοὶ ἀκόμα οἱ πέτρινοι τάφοι τῶν πατριαρχῶν καὶ τῶν ἐπισκόπων περασμένων ἐποχῶν, ποὺ εἶναι σὲ μιὰν ἄκρη τῆς αὐλῆς κάτω ἀπὸ μικρὲς καμάρες, κι αὐτοὶ ἀκόμα οἱ τάφοι δὲ γεννοῦν σκέψεις θανάτου. Ἡ εἰρήνη ποὺ περίλουζε, μαζὶ μὲ τὸ φῶς, τὰ πάντα, εἴταν ἐκείνη πού, ξεπερνώντας τὸ θάνατο, σμίγει μὲ τὴν αἰωνιότητα...

Ὅλες τὶς ὧρες ποὺ περάσαμε στὴ Λαύρα, εἴταν ἡ ἴδια εἰρήνη κ’ ἡ ἴδια σιωπή. Κάποτε-κάποτε βλέπαμε ἕνα μοναχὸ πού 'βγαινε νὰ καθήσει στὸν περιστεριῶνα του ἤ ἕναν ἄλλο ποὺ περνοῦσε ἀργὰ κι ἀθόρυβα τὴν ἀπέραντη χορταριασμένη αὐλή. Ἀλλὰ εἴταν σὰ νὰ μὴν εἶχαν ἀντιληφθεῖ τὴν παρουσία μας - ἤ σὰ νὰ μὴν ἐνδιαφέρονταν γι' αὐτήν. Κανεὶς δέ μᾶς πλησίασε νὰ μᾶς μιλήσει, νὰ μᾶς ρωτήσει γιὰ τὸν κόσμο καὶ τὴ ζωή. Δὲν εἴταν ὁ κανονισμὸς ποὺ τοὺς ὑποχρέωνε—ὅπως στὰ μοναστήρια τῶν λευκῶν Βενεδικτίνων, ὅπου σ' ὅλους τοὺς τοίχους, σ' ὅλες τὶς πόρτες, παντοῦ, εἶναι γραμμένη μὲ μεγάλα μαῦρα γράμματα ἡ ἐπιταγή: Silentio! Σιωπή!... Ἀλλὰ θά 'ταν, φαντάζομαι, ἡ ἀπόλυτη πιὰ ἀδιαφορία γιὰ τὸν κόσμο, ποὺ τὸν εἶχαν ἐγκαταλείψει ἀπὸ χρόνια καὶ χρόνια κ' εἶχαν κόψει μαζί του κάθε δεσμό. Ζώντας σ’ ἕνα στενὸ κύκλο παμπάλαιων θρησκευτικῶν τύπων, μὲ ἀποκλειστικὴ ἀπασχόληση τὰ εἰρηνικὰ ἔργα τῆς γῆς, μὲ μόνο θέαμα τὶς ἀλλαγὲς τῶν ἐποχῶν τοῦ χρόνου γύρω ἀπὸ τὸ μοναστήρι τους, μὲ μόνα γεγονότα τοὺς θανάτους τῶν γερόντων τους, εἴταν φυσικό νά 'χουν πιὰ ἀποξενωθεῖ ἀπὸ τὴ ζωὴ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων, ἀπὸ τὶς φροντίδες τους καὶ τὰ ζητήματά τους. Ἡ σκέψη τους θά 'χε ἀποκτήσει τὸ νυσταγμένο, τὸ μηχανικὸ καὶ μονότονο βάδισμα τοῦ μουλαριοῦ τοῦ δεμένου σὲ μαγγανοπήγαδο: θὰ γύριζε ὁλοένα γύρω ἀπὸ τὰ ἴδια πράματα πάντα...

Κι αὐτοὶ ἀκόμα οἱ προϊστάμενοι τῆς μονῆς, μ' ὅλο ποὺ εἴταν πιὸ ἀναπτυγμένοι, δὲν εἶχαν νοιώσει—θυμᾶμαι—τὴν ἀνάγκη νὰ μᾶς ρωτήσουν τίποτα, ὅταν, τὴν ὥρα ποὺ φθάσαμε, μᾶς ὁδήγησαν στὴ μεγάλη αἴθουσα τοῦ ξενῶνα, γιὰ νὰ μᾶς τρατάρουν τὸ γλυκὸ καὶ τὸν καφέ τοῦ καλωσορίσματος. Εἶχαν καθήσει μὲ σοβαρότητα Ρωμαίων συγκλητικῶν σὲ μιὰ σειρὰ ἀπὸ καθίσματα, μᾶς ἔβαλαν νὰ καθήσομε σὲ μιὰν ἄλλη σειρὰ ἀντίκρυ τους, κι ἀφοῦ πληροφορήθηκαν τυπικὰ ἂν κάναμε καλὸ ταξίδι καὶ πόσο σκοπεύαμε νὰ μείνομε στὴ μονή τους, σώπασαν ἱκανοποιημένοι κι ἀπόμειναν χαϊδεύοντας τὶς πατριαρχικὲς γενειάδες τοὺς κ' ἐξετάζοντάς μας μὲ τὰ μάτια, ὅπως οἱ πελάτες ἑνὸς γιατροῦ, ποὺ περιμένουν στὸν ἀντιθάλαμο τὴ σειρά τους, ἐξετάζουν αὐτοὺς ποὺ μπῆκαν καὶ κάθησαν τελευταῖοι...

Ἄρχισε τότε γιὰ μᾶς τὸ ἐξαίσιο ξετύλιγμα τῶν κάβων, τῶν ὅρμων, τῶν πλαγιῶν καὶ τῶν μοναστηριῶν τῆς πλευρᾶς αὐτῆς τοῦ Ἄθω. Ἕνα-ἕνα τὰ μοναστήρια τοῦ Καρακάλου, τοῦ Φιλοθέου, τῶν Ἰβήρων, τοῦ Σταυρονικήτα, τοῦ Παντοκράτορα, πέρασαν ἀπὸ τὰ μάτια μας—Ἄλλα στὸ ὕψος καταπράσινων λόφων, ἄλλα πάνω σὲ κοκκινόμαυρους βράχους τῆς ἀκτῆς, κι ἄλλα κοντὰ στὶς ἀμμουδιὲς μικρῶν γραφικῶν κόλπων. Βλέπαμε τοὺς μεσαιωνικοὺς πύργους τους, τοὺς μολυβένιους τρούλους, τ' ἀναρίθμητα μπαλκόνια τῶν κελλιῶν τους, τὰ ψηλὰ φρουριακὰ τείχη—τὴ λευκὴ κι ἀπέραντη γαλήνη τους. Περνοῦσαν σὰν ὁράματα καὶ χάνονταν πίσω ἀπὸ τοὺς κάβους—ποὺ τοὺς διαδέχονταν ἄλλοι κάβοι. Διαφορετικά τὸ ἕνα ἀπὸ τ' ἄλλο στὸν ὄγκο καὶ τὴν ἀρχιτεκτονική, περικλείνανε τὶς ἴδιες χαυνωμένες ζωές, τὰ ἴδια παλιὰ χειρόγραφα, τὶς ἴδιες βυζαντινὲς τοιχογραφίες, τὴν ἴδια ἀτμόσφαιρα παρελθόντος...

Ἡ βενζινόβαρκα τοῦ Μιαούλη γλιστροῦσε ὧρες πάνω στὴ φωτεινὴ καὶ γαλήνια θάλασσα. Ἐπὶ τέλους, περνώντας τὸ παραπέτασμα ἑνὸς τελευταίου κάβου, εἴδαμε ν' ἀνοίγεται ἕνας μεγάλος κόλπος, ποὺ στὴ μέση του ὑψωνόταν ἕνα πλῆθος κόκκινες καὶ μολυβένιες σκεπές, τροῦλοι, πύργοι καὶ τείχη: εἴταν τὸ Βατοπέδι, ἡ πλουσιότερη καὶ μεγαλύτερη μονὴ τοῦ Ἁγίου Ὄρους.



From ' Travels in Greece' by Costas Ouranis
Daybreak on Mount Athos. Divine spring morning
The nightly hypnotic and mysterious atmosphere has dispelled, like mist. All is light, peace and kindness. Waveless, pure gold and infinite,  beneath our feet, the Aegean. The sky,  deep and azure. The slopes are all green, cheerful and dotted with wild flowers. No sound of life breaks the enchanted silence. Neither the clunk  of sheepbell nor the ear-piercing doodle of the rooster can be heard. Stillness, outworldly.  Fragrances only does the soothing morning breeze carry to the panoramic balcony of our guest room.
Soaked in light, the great age-old monastery adds its own peace  to the general peace. Most monks,  exhausted by the all night vigil at church, will still be  sleeping.
Two or three  dark shapes, motionless like perched crows on their wooden balconies suspended on the outer walls of the monastery,  gazing at the luminous dream of the Archipelago.
Light and peace. The vast inner court is totally void, desert-like. The stones glimmer in the sun and among them blades of grass. Not even a cat languidly stretching in the light , nor even a bird, swift-winged shadow dashing the luminescence. Centre- court the little byzantine church of brick-red walls and lead domes is closed and slumbering. At the Phial- the little octagon structure  of white columns and the central marble font, where Epiphany waters are blessed- not a mere whisper of running water. Still even the tips of the two grand cypresses planted by St Athanasios, the founder of the monastery, 1,000 years ago.
And yet, no melancholy in this ataraxia of everything.  On the lead roofs of the old elements of the monastery, the weather has laid a golden tint - the flimsy wooden balconies of the cells, standing on lofts on the walls like pigeon holes, have pots with flowers and green festoons of vines, and from the decorative mauve bunches of grapes, the half faded murals in front of the ancient altar, where they dined in times long gone, compose bouquets of bright, cheerful colours. Nothing permeates that sadness of old things that decompose more and more with time. Not even those old tombs of the patriarchs and bishops of past times, in a far corner of the grassy court, under little arches, bear thoughts of death. The peace that soaked in the light, everything, was what, surpassing the pale rider, joins eternity.
All the hours we spent in Lavra, the same tranquility, the same silence. Now and then, our attention was drawn by a monk coming out to rest at the dove-cote, or another passing by, slowly, like a whisper, in the vast grassy court. But it was as if they hadn’t noticed our presence, or as if they didn’t care for it. Not a soul approached to talk to us, ask us about the world or life. It was not the regulation that obliged them- like in the monasteries of the white Benedictines, where on every wall , on all doors, everywhere, in big black letters the notice:  “Silentio! Silence!” But it would be, I imagine, the complete indifference about the world, which they had abandoned for years and had burned every bridge. Living in a narrow cycle of age old religious forms , with their sole pastime the peaceful works of the soil, with the changes of the seasons around their monastery, the only events the deaths of their peers, it was natural they had been alienated from the life of others, their cares and their worries. Their thought would have gained the sluggish and trudgy walk of the mule tied to the drawing well, going endlessly around it.
And even the prefects, though more wordly, had not felt the need – I recall- to ask us about anything on our arrival. We were  led to the great hall of the guesthouse ( the arhondariki) to be offered a local treat and the welcoming coffee. They sat themselves, as serious as Roman senators, in a row of seats. They had us sit in another row across them;  and after they were formally informed about our having had a good journey and the  expected duration of our stay, they fell silent, content, and ended up stroking their patriarchal long beards, inspecting us like a doctor’s patients waiting at the antechamber for their turn do with those last to come.
Then began for us the exquisite unraveling of the promontories, the coves, the slopes and the monasteries of this Athos’ side. One by one the monasteries of Karakalou,  Filotheou, Iviron,  Stavronikita,  Pantokratora  paraded in front of our eyes. Some at the tops of lush green hills, others on red and black cliffs of the coast and others near the sandy beaches of small picturesque bays. We would see their medieval towers, the lead domes, the countless balconies of their cells, the imposing castle walls – their white and endless peacefulness.  They appeared like visions and faded behind the promontories – succeeded by other promontories. Different from each other in size and style, they encompassed the same drowsy lives, the same old manuscripts, the same byzantine murals, the same atmosphere of past.
The petrol boat of Miaoulis glided for hours on the bright serene sea.  Eventually, past the rideau of the last promontory, we saw a gulf opening, in its middle a crowd of red and lead roofs, domes , towers and walls; it was Vatopedi, the richest and grandest monastery of Mt. Athos.